Οστεομυελίτιδα

Η οστεομυελίτιδα οφείλεται σε μόλυνση του οστού και των συνοδών ανατομικών στοιχείων (μαλακοί ιστοί, περιόστεο, ενδόστεο) από βακτηρίδια ή μύκητες. Στην οξεία οστεομυελίτιδα, που εμφανίζεται σπάνια, οι ακτινογραφικές αλλοιώσεις απεικονίζονται 5 ως 10 ημέρες μετά τον ενοφθαλμισμό των μικροβίων στο οστό. Η χρόνια οστεομυελίτιδα εγκαθίσταται μετά από σηπτικές ορθοπεδικές χειρουργικές επεμβάσεις, μετά από διασπορά βακτηριδιακής μόλυνση των δοντιών σε οστό (περιοδοντική νόσος) ή μετά από διασπορά βακτηριδιακής μόλυνσης της βάσης των νυχιών (παρονυχία). Η οστεομυελίτιδα πρέπει να διαφοροποιείται από την πανοστε ΐτιδα, την υπερτροφική οστεοδυστροφία και τα νεοπλάσματα των οστών.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Βακτηρίδια

  • Οι συχνότερες αιτίες που οδηγούν σε εγκατάσταση βακτηριδιακής οστεομυελίτιδας αναφέρονται στον Πίνακα 121-1.

Σημείο κλειδί: Στην κτηνιατρική πράξη, η συχνότερη μορφή της βακτηριδιακής οστεομυελίτιδας είναι η χρόνια.

  • Κατά τις ορθοπεδικές επεμβάσεις παθογόνα βακτηρίδια μπορεί να ενοφθαλμιστούν στο χειρουργικό τραύμα από το δέρμα του άρρωστου ζώου ή τα εμφυτεύματα (μεταλλικές πλάκες, ράμματα). Μπορεί επίσης, ο ενοφθαλμισμός των μικροβίων να γίνει από το δέρμα ή την ενδυμασία του χειρουργού.

  • Η χρόνια περιοδοντική νόσος και η επέκταση της βακτηριδιακής μόλυνσης στην κάτω ή την άνω γνάθο μπορεί να οδηγήσουν σε χρόνια οστεομυελίτιδα και μείωση της ανθεκτικότητας των οστών στις μηχανικές φορτίσεις. Κατά την εξαγωγή των δοντιών σε μικρόσωμες φυλές μπορεί να προκληθεί κάταγμα στην κάτω γνάθο όταν έχει εγκατασταθεί βαρειά οστεομυελίτιδα.

  • Η μόλυνση της βάσης των νυχιών ύστερα από τραυματισμό μπορεί να επεκταθεί στις φάλαγγες των δακτύλων (βλέπε Κεφάλαιο 63).

Σημείο κλειδί: Για να εγκατασταθεί οστεομυελίτιδα, πρέπει διάφοροι τοπικοί παράγοντες να νικήσουν τους φυσικούς αμυντικούς μηχανισμούς του ζώου. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται η κακή αιμάτωση, η παρουσία νεκρωμένων μαλακών ιστών ή οστικού απολύματος, η τοποθέτηση μεταλλικών υλικών οστεοσύνθεσης ή οστικού τσιμέντου (μεθακρυλικό μεθύλιο) και ιδιαίτερα η μη καλή ακινητοποίηση του κατάγματος.

  • Το συχνότερο αίτιο οστεομυελίτιδας είναι οι θετικοί στη β-λακταμάση σταφυλόκοκκοι ( Staphylococcus aureus). Άλλα βακτηρίδια που συχνά υπεισέρχονται στην αιτιολογία της οστεομυελίτιδας είναι η Pseudomonas aeroginosa, Escherichia coli, Streptococcus, Bacteroides, Actinomyces και Clostridium sp.

  • Τα βακτηρίδια παράγουν ένα βλεννοπολυσακχαριτικό κάλυμμα που ονομάζεται γλυκοκάλυκας που τα προστατεύει από τα φαγοκύτταρα, τα αντιβιοτικά και τα αντισώματα. Όταν σταματήσει η χορήγηση των αντιβιοτικών, τα βακτηρίδια που αποικίζουν τα ορθοπεδικά εμφυτεύματα ή τα οστικά απολύματα ενεργοποιούν πάλι τη μόλυνση.

Μύκητες

Οι μύκητες που εισέρχονται στον οργανισμό από την αναπνευστική οδό μπορεί να προκαλέσουν οστεομυελίτιδα μεταφερόμενοι στα οστά με την κυκλοφορία του αίματος. Η άμεση μόλυνση διαμέσου ενός ανοιχτού τραύματος είναι πιθανή άλλά σπάνια. Οι περισσότερες μυκητιακές λοιμώξεις αφορούν στα σώματα των σπονδύλων, τους μεσοσπονδύλιους δίσκους και τα οστά του κρανίου.

Όλοι οι μύκητες που ανήκουν στα γένη Coccidioides, Blastomyces, Histoplasma, Cryptococcus και Aspergillus spp μπορεί να προκαλέσουν μυκητιακή οστεομυελίτιδα.

Διάγνωση

Ιστορικό

  • Η οστεομυελίτιδα εμφανίζεται ύστερα από ορθοπεδική επέμβαση, διατιτραίνοντα τραύματα, χρόνια οδοντοπάθεια, τραυματισμό των δακτύλων / πελμάτων και φυμάτων ή ενδεχομένως ύστερα από ταξίδι σε περιοχή όπου ενδημούν οι μύκητες που αναφέρονται στη προηγούμενη παράγραφο.

Κλινική εξέταση

  • Το άρρωστο ζώο μπορεί να εμφανίζει χωλότητα, ανορεξία, κατάπτωση, πυρετό, μυϊκή ατροφία και πόνο κατά την ψηλάφηση της προσβλημένης περιοχής ή περιοχών.

  • Ζώα που είχαν υποβληθεί σε ορθοπεδική επέμβαση μπορεί να παρουσιάσουν αστάθεια στην εστία του κατάγματος ή μετανάστευση των ήλων διαμέσου του δέρματος εκτός του οστού. Επίσης, μπορεί να δημιουργηθεί συρίγγιο σε περιφερικό σημείο της χειρουργικής τομής. Το εξίδρωμα του πόρου του συριγγίου δεν είναι πάντα άφθονο, αντίθετα μπορεί να είναι ελάχιστο, ιδιαίτερα αν το ζώο γλύφει συχνά την προσβλημένη περιοχή.

  • Σκύλοι μικρόσωμων φυλών με βαριά οδοντοπάθεια και προσβολή της κάτω γνάθου παρουσιάζουν πόνο κατά τη διάνοιξη του στόματος ή την ψηλάφηση της γνάθου. Η ψηλάφηση των παθολογικών καταγμάτων που προκλήθηκαν κατά την εξαγωγή των δοντιών ή μετά από τραυματισμό γίνεται μόνο υπό γενική αναισθησία.

  • Σε ζώα με οστεομυελίτιδα των φαλάγγων των δακτύλων παρατηρείται θερμή και επώδυνη εξοίδηση της περιοχής πού μπορεί να συνοδεύεται με την εμφάνιση συριγγίου.

  • Ζώα με διάχυτη μυκητιακή λοίμωξη μπορεί να εμφανίσουν βλεννοπυώδες ρινικό έκκριμα, βήχα, υγρούς και ξηρούς ρόγχους (βλέπε κεφάλαιο 20).

Αιματολογική εξέταση

  • Αν και στην οξεία συστηματική λοίμωξη διαπιστώνεται συνήθως ουδετεροφιλική λευκοκυττάρωση, στη χρόνια οστεομυελίτιδα δε διαπιστώνονται συχνά σημαντικές διαταραχές στη γενική εξέταση του αίματος.

Απεικονιστική διάγνωση

Απλά ακτινογραφήματα

  • Στην οξεία οστεομυελίτιδα οι αλλοιώσεις στα οστά απεικονίζονται 10 έως 14 ημέρες μετά από τον αρχικό ενοφθαλμισμό των μικροβίων.

  • Στα προσβλημένα οστά μπορεί να παρατηρηθούν ακτινοδιαυγείς περιοχές και έντονη περιοστική αντίδραση με δημιουργία νεόδμητου οστίτη ιστού.

  • Η απεικόνιση οστικού απολύματος είναι παθογνωμονικό εύρημα της χρόνιας οστεομυελίτιδας.

  • Μπορεί να απεικονιστεί μετανάστευση / αποτυχία των διαφόρων εμφυτευμάτων.

  • Στα απλά ακτινογραφήματα είναι δύσκολο να διαφοροποιηθεί η υπερτροφική ψευδάρθρωση από την χρόνια οστεομυελίτιδα (επίσης βλέπε κεφάλαιο 122). Και στις δύο παθολογικές καταστάσεις μπορεί να απεικονίζονται η έντονη περιοστική αντίδραση και οι ακτινοδιαυγείς περιοχές. Σε περίπτωση μη καλής ακινητοποίησης του κατάγματος οι δύο αυτές παθολογικές καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν.

  • Στη μυκητιακή οστεομυελίτιδα που προσβάλλει βασικά τα πλατέα οστά και τις μεταφύσεις των μακρών οστών, απεικονίζονται πολυάριθμες οστεολυτικές περιοχές και περιοχές μη δημιουργία νεόδμητου οστίτη ιστού.

Ακτινογραφήματα με χορήγηση σκιαγραφικής ουσίας

  • Για τον προσδιορισμό της θέσης και της έκτασης της χρόνιας οστεομυελίτιδας μπορεί να γίνει έγχυση ιωδιωμένου αλλά όχι ιονισμένου διαλύματος σκιαγραφικού μέσου (π.χ ιοεξάλη) μέσα στον πόρο του συριγγίου Η έγχυση του σκιαγραφικού μέσου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον προσδιορισμό της θέσης του οστικού απολύματος που περιβάλλεται από περισσότερο αγγειοβριθή οστίτη ιστό.

  • Η συριγγογραφία εκτελείται εκχύνοντας τη σκιαγραφική ουσία μέσα στο πόρο του συριγγίου με την βοήθεια ανάλογου μεγέθους ελαστικού καθετήρα διατροφής ή καθετήρα Foley που έχει εισαχθεί άσηπτα μέσα στον πόρο του συριγγίου. Η σύγκλειση του εξωτερικού πόρου του συριγγίου με δακτυλική πίεση ή με ατραυματικό εργαλείο φαίνεται ότι διευκολύνει τη ροή του σκιαγραφικού υγρού. Πρέπει να εμποδίζεται με κάθε τρόπο η διαρροή του σκιαγραφικού υγρού έξω από τον πόρο του συριγγίου επειδή περιορίζεται η δυνατότητα εκτίμησης των ακτινογραφικών ευρημάτων.

Εργαστηριακές Εξετάσεις

Κυτταρολογική εξέταση

  • Η εξέταση επιχρισμάτων από υλικό που συλλέγεται με αναρρόφηση ή με βαμβακοφόρο στυλεό, είναι χρήσιμη για τη διάγνωση των μυκητιακών λοιμώξεων. Η εφαρμογή της μεθόδου είναι περιορισμένη όταν υπάρχει υποψία βακτηριδιακής μόλυνσης επειδή η ευαισθησία και η ειδικότητά της κυτταρολογικής εξέτασης ποικίλει ευρέως μεταξύ των περιστατικών οστεομυελίτιδας.

Καλλιέργεια

  • Η συλλογή των δειγμάτων πρέπει να γίνεται άσηπτα (κούρεμα, αντισηψία δέρματος, αποστειρωμένα γάντια) και με κατάλληλη συγκράτηση του ζώου (βαθιά ηρέμηση ή γενική αναισθησία). Το υλικό από τους προσβλημένους ιστούς αποστέλλεται στο εργαστήριο για αερόβια και πιθανόν αναερόβια καλλιέργεια και αντιβιόγραμμα.

  • Η συλλογή δειγμάτων από τα οστά, τα εμφυτεύματα ή τους ιστούς θα πρέπει να γίνεται κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης και βασικά πριν από τη διεγχειρητική χορήγηση αντιβιοτικών.

  • Πρέπει να συλλέγονται και δείγματα για μυκητιακές καλλιέργειες αν και μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες για να δώσουν αποτελέσματα.

Ιστοπαθολογική εξέταση

  • Η ιστοπαθολογική εξέταση πιθανόν να είναι χρήσιμη εφόσον υπάρχει υποψία νεοπλάσματος.

  • Από το εργαστήριο στο οποίο θα σταλεί το παθολογικό υλικό μπορεί να ζητηθεί να γίνουν ειδικές χρώσεις για μύκητες.

Θεραπεία

Οι σκοποί της θεραπείας είναι η δημιουργία κατάλληλου περιβάλλοντος στην εστία της λοίμωξης που θα βοηθήσει το σχηματισμό κοκκιώδη ιστού, μαλακού πώρου και τελικά στη δημιουργία νεόδμητου οστίτη ιστού. Η χρόνια βακτηριδιακή οστεομυελίτιδα παρατηρείται πολύ συχνότερα σε σύγκριση με οξεία και τη μυκητιακή οστεομυελίτιδα. Τα ανοιχτά κατάγματα, η μετεγχειρητική ορθοπεδική μόλυνση και τα βαθιά δαγκώματα αποτελούν προδιαθετικούς παράγοντες της οξείας οστεομυελίτιδας που αν δεν αντιμετωπισθεί κατάλληλα θα μπορούσε να οδηγήσει σε χρόνια οστεομυελίτιδα.

Χειρουργικές Μέθοδοι

Αντικειμενικοί σκοποί

  • Η ταυτοποίηση των παθογόνων βακτηριδίων.

  • Ο καθορισμός των κατάλληλων αντιβιοτικών.

  • Η παροχέτευση των μολυσμένων ιστών.

  • Η απομάκρυνση του ιστικού απολύματος (εκτομή).

  • Η ακινητοποίηση του κατάγματος.

  • Η τοποθέτηση οστικού μοσχεύματος για τη διευκόλυνση της πώρωσης του κατάγματος.

Υλικά

  • Βασική συλλογή ορθοπεδικών εργαλείων και ραμμάτων.

  • Οστεοψαλίδες Rongeurs για την νεαροποίηση του οστού.

  • Υλικά και εργαλεία για την ακινητοποίηση των καταγμάτων (π.χ μεταλλικές πλάκες, κοχλίες, συλλογή εξωτερικής οστεοσύνθεσης και πιθανόν αυτασφαλιζόμενοι ήλοι).

  • Ορθοπεδικά εργαλεία που λειτουργούν με πεπιεσμένο αέρα.

  • Ξέστρα για τη συλλογή και τη νεαροποίηση του οστικού μοσχεύματος.

  • Διαστολείς : απλοί ή αυτασφαλιζόμενοι, όπως ο διαστολέας gelpi.

Οξεία οστεομυελίτιδα

Σημείο κλειδί: Όλα τα ανοιχτά κατάγματα, αλλά ιδιαίτερα σε αυτά που παρατηρείται μεγάλη απώλεια μαλακών ιστών και έκθεση του οστού στο περιβάλλον, θεωρούνται επείγοντα χειρουργικά περιστατικά. Για να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών χρειάζεται κατάλληλος εξοπλισμός και εμπειρία. Εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές το περιστατικό θα πρέπει να παραπέμπεται σε ορθοπεδικό κτηνίατρο.

Προεγχειρητικές Επισημάνσεις

Αντιβιοτική Θεραπεία

  • Τα αντιβιοτικά πρέπει να χορηγούνται μετά τη συλλογή των υλικών για τη καλλιέργεια.

  • Παρεντερική θεραπεία: χορηγείται αμπικιλλίνη (20 mg/ kg ΣΒ, ενδοφλέβια, κάθε 6 – 8 ώρες) σε συνδυασμό με αμικασίνη (15 mg/ kg ΣΒ, ενδοφλέβια, κάθε 24 ώρες) ή ενροφλοξασίνη (5-10 mg/ kg ΣΒ, υποδόρια, κάθε 24 ώρες). Όταν υπάρχει υποψία ανάπτυξης αναεροβίων βακτηριδίων πρέπει να χορηγείται μετρονιδαζόλη (15 mg/ kg ΣΒ, ενδοφλέβια, κάθε 12 ώρες) παρότι η αμπικιλλίνη είναι εξίσου αποτελεσματική έναντι των περισσοτέρων αναεροβίων βακτηριδίων. Αν και η κεφαζολίνη είναι δραστική έναντι του S. α ureus, δεν ισχύει το ίδιο για τον Enterococcus που συνήθως απομονώνεται από τραύματα που μολύνθηκαν από το εξωτερικό περιβάλλον.

  • Θεραπεία από το στόμα: χορηγείται αμοξυκιλλίνη / κλαβουλανικό οξύ (20 mg/ kg ΣΒ, κάθε 12 ώρες) ή/και ενροφλοξασίνη (5- 10 mg/ kg ΣΒ, κάθε 24 ώρες).

Αναλγησία

  • Επειδή τα ζώα που πάσχουν από οξεία οστεομυελίτιδα παρουσιάζουν έντονο πόνο, συνιστάται η χορήγηση ενέσιμων ναρκωτικών φαρμάκων όπως η μορφίνη, η βουτορφανόλη, η βουπρενορφίνη ή άλλα παρόμοια φάρμακα. Αν δεν υπάρχει αντένδειξη μπορεί να χορηγηθεί παρεντερικά ηκετοπροφένη, η μελοξικάμη ή η φλουνιξίνη. Για την αναλγησία των οπισθίων άκρων μπορεί να γίνει επισκληρίδια έγχυση μορφίνης ή/και βουπικαΐνης υπό την προυπόθεση ότι δεν υπάρχουν κακώσεις στους μαλακούς ιστούς πάνω από την οσφυοιερή περιοχή.

Τεχνική

  • Μετά τη χορήγηση γενικής αναισθησίας το χειρουργικό πεδίο κουρεύεται και προετοιμάζεται άσηπτα.

  • Η ευρεία διάνοιξη του χειρουργικού τραύματος είναι απαραίτητη. Συνιστάται να αποφεύγεται ο άσκοπος τραυματισμός των αγγείων ή η αποκόλληση των μαλακών ιστών από τα οστά.

  • Οι νεκρωμένοι και μολυσμένοι ιστοί και τα ξένα σώματα πρέπει να αφαιρούνται.

  • Γίνεται πλύση του τραύματος υπό πίεση με αποστειρωμένο φυσιολογικό ορό με τη βοήθεια σύριγγας 20 έως 60 ml και βελόνας 18- G.

Σημείο κλειδί: Η προωθητική πίεση που επιτυγχάνεται με σύριγγα και βελόνα απομακρύνει καλύτερα τα βακτηρίδια από το τραύμα απ’ ότι η απλή πλύση με χαμηλή πίεση.

  • Απαιτείται η αντικατάσταση των εμφυτευμάτων που έχουν χαλαρώσει με νέα που θα ακινητοποιήσουν το κάταγμα.

  • Η εξωτερική οστεοσύνθεση είναι χρήσιμη για την προσωρινή ή μόνιμη ακινητοποίηση των ανοιχτών καταγμάτων, και ιδιαίτερα της κνήμης, της κερκίδας/ωλένης και της κάτω γνάθου. Τα κατάγματα του μηριαίου και του βραχιόνιου είναι προτιμότερο να ακινητοποιούνται με μεταλλική πλάκα και κοχλίες ή αυτασφαλιζόμενους ήλους, ανάλογα με την προτίμηση του χειρουργού.

  • Αν σε τραύματα του κάτω τμήματος των άκρων υπάρχει μεγάλη απώλεια δέρματος, μυών ή οστών, τότε πρέπει να διατηρούνται ανοιχτά. Με την κατάλληλη φροντίδα θα σχηματιστεί κοκκιώδης ιστός και θα γίνει η επούλωση κατά δεύτερο σκοπό.

Μετεγχειρητική Φροντίδα και Επιπλοκές

  • Αν το τραύμα παραμείνει ανοιχτό, τότε πρέπει να καλύπτεται με αποστειρωμένες και απορροφητικές βαζελινούχες γάζες και να επιδένεται με μαλακό υλικό και ελαστικό επίδεσμο (βλέπε κεφάλαιο 56 για τη θεραπεία των ανοιχτών τραυμάτων).

  • Το τραύμα πλένεται καθημερινά με αποστειρωμένο φυσιολογικό ορό για 3 ως 10 ημέρες ή μέχρι την εμφάνιση υγιή κοκκιώδη ιστού.

  • Η χορήγηση του κατάλληλου αντιβιοτικού σύμφωνα το αποτέλεσμα του αντιβιογράμματος, πρέπει να συναχίζεται για 4 ως 6 εβδομάδες.

  • Για να εκτιμάται η πρόοδος της πώρωσης πρέπει να γίνονται ακτινογραφήματα κάθε 3 έως 6 εβδομάδες.

Χρόνια οστεομυελίτιδα

Προεγχειρητικές Επισημάνσεις

Σημείο κλειδί: Η μακροχρόνια χορήγηση αντιβιοτικών δεν έχει θεραπευτικό αποτέλεσμα αν δεν ταυτοποιηθεί και αποκατασταθεί ο αιτιολογικός παράγοντας.

Εάν παρά τη θεραπεία διαπιστώνεται μυϊκή σύσπαση μεγάλου βαθμού, νευρολογικό έλλειμμα, μεγάλη απώλεια μαλακών ιστών και συγχρόνως οικονομική δυσχέρεια από τον ιδιοκτήτη, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο ακρωτηριασμού του άκρου. Η οστεομυελίτιδα των φαλάγγων αντιμετωπίζεται με ακρωτηριασμό του ή των δακτύλων (βλέπε κεφάλαιο 114). Η χρόνια οστεομυελίτιδα της άνω ή της κάτω γνάθου αντιμετωπίζεται δύσκολα επειδή συνήθως συνοδεύεται από οστικό έλλειμμα. Τα μολυσμένα και νεκρωμένα τμήματα του οστού πρέπει να αφαιρούνται (βλέπε κεφάλαιο 99). Τα κατάγματα που μπορεί να προκληθούν κατά την εξαγωγή των δοντιών συνήθως αποκαθίστανται με νεαροποίηση και χορήγηση αντιβιοτικών χωρίς ακινητοποίηση.

Σημείο κλειδί: Η πώρωση των καταγμάτων που στα καταγματικά τους άκρα έχει εγκατασταθεί οστεομυελίτιδα ολοκληρώνεται με τεχνικές εσωτερικής οστεοσύνθεσης που εξασφαλίζουν άριστη ακινητοποίηση.

Τεχνική

  • Μετά την αποκάλυψη του κατάγματος τα οστικά απολύματα αναγνωρίζονται και απομακρύνονται με οστεοψαλίδα Rougeur.

  • Tα υλικά οστεοσύνθεσης απομακρύνονται και αντικαθίστανται από νέα υλικά εσωτερικής (πλάκες/ κοχλίες, ή αυτασφαλιζόμενους ήλους) ή εξωτερικής οστεοσύνθεσης.

  • Το τραύμα πλένεται με αποστειρωμένο φυσιολογικό ορό υπό πίεση χρησιμοποιώντας σύριγγα 30- 60 ml και βελόνα 18 G.

  • Από το άνω τμήμα του βραχιόνιου οστού συλλέγεται σπογγώδες οστικό αυτομόσχευμα και εισάγεται μέσα στο οστικό έλλειμμα. Τα μεγάλα οστικά ελλείμματα πληρούνται με συνδυασμό σπογγώδη οστίτη ιστού και σπογγώδη / συμπαγή οστίτη ιστού που συλλέγεται από μία πλευρά ή το λαγόνιο οστό.

  • Αν το τραύμα παραμείνει ανοιχτό συνιστάται η αναβολή της τοποθέτησης του οστικού μοσχεύματος μέχρι τον σχηματισμό κοκκιώδη ιστού (3-10 ημέρες). Η διαχείριση του τραύματος πρέπει να γίνεται όπως στην οξεία οστεομυελίτιδα (επίσης βλέπε κεφάλαιο 56).

  • Σε μολύνσεις από βακτηρίδια που είναι ανθεκτικότατα στα αντιβιοτικά, όπως είναι η Psudomonas aeroginosa και η E. Coli, συνιστάται η τοποθέτηση μεθυλμεθακρυλικών σφαιριδίων μέσα στο τραύμα για διάστημα 7 ως 14 ημερών, που είναι εμποτισμένα με αμικασίνη, γενταμυκίνη ή τομπραμυκίνη.

Μετεγχειρητική φροντίδα

  • Η επιλογή του αντιβιοτικού βασίζεται στο αντιβιόγραμμα και η χορήγησή του διαρκεί 4 ως 6 εβδομάδες.

  • Για να εκτιμάται η πρόοδος της πώρωσης πρέπει να γίνονται ακτινογραφήματα κάθε 3 ως 6 εβδομάδες.

  • Το ενδεχόμενο της φυσικοθεραπείας ή της κολύμβησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ώστε να διατηρηθεί το εύρος κίνησης των αρθρώσεων και να επιταχυνθεί η χρήση του άκρου από το ζώο (βλέπε κεφάλαιο 95).

  • Για να διατηρείται το εύρος της κίνησης των αρθρώσεων και να ενθαρρύνεται η ελεγχόμενη κινητική λειτουργία του άκρου συνιστάται η φυσικοθεραπεία ή η κολύμβηση.

  • Αν η πώρωση καθυστερεί, πρέπει να γίνεται επανεκτίμηση της σταθερότητας του κατάγματος, επανέλεγχος για τη παρουσία οστικού ελλείμματος και επανάληψη του αντιβιογράμματος. Αν δε συμβαίνει τίποτα από τα παραπάνω το κάταγμα προφανώς είναι βιολογικά ανενεργό και χρειάζεται η τοποθέτηση οστικού μοσχεύματος για να επιταχυνθεί η πώρωση.

Πίνακας 1. ΑΙΤΙΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΟΣΤΕΟΜΥΕΛΙΤΙΔΑΣ

Η ανοιχτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση κατάγματος ή άλλες ορθοπεδικές χειρουργικές παρεμβάσεις

Τα ανοιχτά κατάγματα

Η επέκταση μόλυνσης από τους μαλακούς ιστούς (περιοδοντική νόσος, ρινίτιδα, μέση ωτίτιδα)

Οι τραυματισμοί και τα δαγκώματα

Τα διατιτραίνοντα τραύματα από ξένα σώματα όπως άγανα και παρασχίδες από ξύλο

Τα τραύματα από πυροβόλο όπλο

Η αιματογενής μόλυνση

Η ολική αντικατάσταση άρθρωσης με πρόθεση

���ģ������http://BestMoban.Com,����ģ�������http://BestMoban.Com http://9host.cn http://bestsucai.com